Τι κάνει κάποιον καλό Διαμεσολαβητή; Και πώς γίνεται οι Διαμεσολαβητές – που οι ίδιοι στερούνται οποιασδήποτε εξουσίας, για να επιβάλουν μια λύση – να οδηγούν συχνά τα αντιμαχόμενα μέρη σε συμφωνία;

Φυσικά, η άρτια εκπαίδευση στη Διαμεσολάβηση και η ουσιαστική εξειδικευμένη γνώση είναι κρίσιμες, όπως και η αναλυτική ικανότητα. Ωστόσο, σύμφωνα με την έρευνα του Stephen Goldberg, καθηγητή νομικής στο Northwestern University, οι καθιερωμένοι Διαμεσολαβητές θεωρούν ότι η πιο σημαντική προϋπόθεση για την αποτελεσματική Διαμεσολάβηση είναι η ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ των μερών και του Διαμεσολαβητή, παρά η χρήση συγκεκριμένων τεχνικών και τακτικών Διαμεσολάβησης.

Προκειμένου ο Διαμεσολαβητής να κερδίσει την εμπιστοσύνη των εμπλεκόμενων μερών, η επικοινωνία τους μαζί του πρέπει να είναι αυθεντική: «Δεν μπορείτε να προσποιηθείτε», δήλωσε ένας από τους ερωτηθέντες. Πριν τα μέρη νιώσουν έτοιμα να έρθουν σε συμφωνία, πρέπει να αισθανθούν ότι τα συμφέροντά τους γίνονται πραγματικά κατανοητά. Μόνο τότε ο Διαμεσολαβητής μπορεί να επαναπλαισιώσει τα προβλήματα και να διευκολύνει την επικράτηση δημιουργικών λύσεων.

Αν και οι ερωτηθέντες του Goldberg ανέφεραν τις δικές τους αντιλήψεις για τους λόγους της επιτυχίας τους, γίνεται γενικά δεκτό ότι βασική αρχή για την επιτυχία της Διαμεσολάβησης αποτελεί η λεπτή προσέγγιση του Διαμεσολαβητή, ώστε τα μέρη να αποχωρούν από τη διαδικασία με την αίσθηση ότι κατέληξαν σε συμφωνία σε μεγάλο βαθμό μόνα τους, κάτι που θα εμβαθύνει τη δέσμευσή τους να τηρήσουν τη συμφωνία.

Σε προηγούμενη μελέτη του Διαμεσολαβητή Peter Adler, οι συνάδελφοί του εξήγησαν την επιτυχία κάνοντας αναφορά «στις αναλύσεις, τις προόδους και τις ευκαιρίες που χάθηκαν ή βρέθηκαν». Αντίθετα, τα μέρη στις ίδιες περιπτώσεις θυμούνταν ότι οι Διαμεσολαβητές μόνο «άνοιξαν την αίθουσα, ετοίμασαν καφέ, και σύστησαν τα μέρη».

Η έρευνα αυτή προσφέρει δύο μαθήματα για τους διαπραγματευτές – συμπεριλαμβανομένων αυτών που καλούνται να επιλύσουν διαφορές και να κάνουν συμφωνίες χωρίς τη βοήθεια τρίτου μέρους. Το πρώτο μάθημα είναι η σημασία της οικοδόμησης των σχέσεων, ειδικά σε αμφισβητούμενες καταστάσεις. Απαιτείται ένας βαθμός εμπιστοσύνης πριν τα μέρη ανοιχτούν και αποκαλύψουν τα πραγματικά τους συμφέροντα. Το δεύτερο μάθημα είναι ότι χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας άρτιας διαδικασίας είναι τα μέρη να μην αισθάνονται ότι χειραγωγούνται.

Πηγή: https://www.pon.harvard.edu/daily/mediation/what-makes-a-good-mediator/

Βασιλική Κουμπλή
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω – Διαπιστευμένη Διαμεσολάβήτρια